Πώς γίνεται να επιβιώνουμε; Γιατί δεν ζούμε;
Κάθε μέρα συναντώ ανθρώπους και καταστάσεις που αντί για ζωή μου παρουσιάζουν το θάνατο, ή πιο σωστά, την μικρή απόσταση που μας χωρίζει από το θάνατο. Αυτή το κενό, αυτό το διάστημα που μπορούμε να αντικρίσουμε σε χαμμένα βλέμματα, απλωμένα χέρια, δάκρυα στεγνά, παπούτσια κουρσεμένα. Κάθε μέρα, γύρω μας, περπατάει μαζί μας, κοντά μας, μας κάνει παρέα. Τον λένε και χρόνο, αλλά θάνατος είναι το επίθετό του, έτσι γεννήθηκε και έτσι θα... ζει. Ο αγαπημένος θάνατος, στο κάθε βήμα, στην κάθε κίνηση, στο κάθε λάθος και λεπτό που περνάει έρχεται ή είναι μαζί μας.
Πώς η έλλειψη ζωής μπορεί να μην είναι θάνατος; Είναι ο θάνατος έλλειψη ζωής ή μήπως εμπεριέχεται και στην ίδια τη ζωή, όπως η σιωπή και ο ήχος, έτσι και η ζωή και ο θάνατος συνυπάρχουν. Μπορούμε να δούμε και να νιώσουμε γύρω μας στιγμές θανάτου, όταν λείπει ζωή, όταν λείπουν σκέψεις, όταν ο νους μας εξαφανίζεται, κρύβεται πίσω από ένα πέπλο αδιακτρίτων αποριών.
Αυτά τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα, οι ανάσες που περνούν χωρίς να της ζούμε, οι σκέψεις που δεν κάνουμε, τα πρόσωπα που χάνουμε (λόγω της έλλειψης χρόνου/ορέξεως/διάθεσης/βιασύνης/άρρωστης βιασύνης/"υποχρεώσεων"), άτομα που δεν αγαπάμε, ή που αγαπάμε, λανθασμένα. Πεθαίνουμε. Μας πεθαίνουν οι στιγμές.
Πώς μία μέρα ζωής κάνει τη βδομάδα να πεθαίνει, πώς φαίνεται η ζωή μέσα στα μάτια του, ανάμεσα στα δάχτυλά του, χάδια ζωντάνιας, ενώ εκείνη πεθαίνει, εξαφανίζεται εξαιτίας μίας απλής νεκρής - αλλά αναζητόμενη της ζωής στιγμιαίας, σκέψης που ειπώθηκε. Λάθος.
Τα χάδια του, η ζωή, η πραγματικότητα που ξέρουμε πως θα χάσουμε. Τι θα έλειπε αν...
Αυτό. Τα δάχτυλα, το χάδι, το φοβισμένο βλέμμα για ζωή. Φόβος να ζήσουμε κάτι γιατί θα πεθάνουμε. Φόβος να δούμε τη ζωή μέσα στο θάνατο.
Μας έρχεται η ζωή γλυκά, διακριτικά, ύπουλα, κομψά - μας φωτίζει. Μας τυφλώνει. Και τότε, το σκοτάδι γίνεται ακόμα πιο βαθύ, τρομακτικό, νεκρικό. Τάφος, όχι θάνατος.
Είναι τα λάθη μας, οι τολμηρές λανθασμένες αποφάσεις μας, ο εγωισμός μας μία ένδειξη του θανάτου μας; Όχι του τάφου, αλλά του πραγματικού θανάτου.
Αν κάποιος ξεχνιέται, αν κανείς δεν τον θυμάται, αν κανείς δεν τον αγαπάει, αν κανείς δεν τον αναζητάει, αν δεν λείπει σε κανέναν, αν δεν αντιλμβάνεται από κανέναν, αν κανείς δεν τον σκέφτεται, αν... Αν. Ζει; Θάνατος η σιωπή.
Πώς μπορούμε να ξέρουμε πως όσοι φύγανε από τη ζωή μας για κοινωνικούς, φιλικούς, οικογενειακούς, ερωτικούς, οικονομικούς, επαγγελματικούς, απροσδιόριστους λόγους, δεν είναι μέρος του θανάτου. Δεν ζουν πια για μας, δεν υπάρχει ζωή σε σχέση με εμάς. Δεν ζούμε μαζί, δεν βιώνουμε μαζί, άρα. Θάνατος για τον έναν, θάνατος για τον άλλον.
Εκτός και αν. Η μνήμη. Το συναίσθημα. Ζωντανέψουν.
Μην ξεχνάτε τους ανθρώπους, πεθαίνουν. Μην φοβάστε να τους ζείσετε, θα φύγουν. Θυμηθείτε, αγαπήστε, ερωτευτείτε, δακρύστε τους ανθρώπους, θα πεθάνουν. Ο θάνατος είναι στη ζωή μας, ο θάνατος είναι στην λήθη. Αν δεν υπάρχουν για εμάς, για ποιον θα υπάρξουν;
Αν δεν υπάρχουμε για τους άλλους; Ποιοι είμαστε εμείς για να υπάρχουμε;
Να θυμάστε, να σας λείπουν οι άνθρωποι, μην τους σκοτώνετε.
Α, και η ευκολία σκοτώνει, η έλλειψη προσπάθειας, υπομονής, επιμονής, ευκαιριών...
Ενδιαφέρουσα ζωή δεν θέλουμε;
Ε, ας μην τη σκοτώνουμε.