
Ο φόβος του διαφορετικού
Ο Έλληνας, ο φοβισμένος ξενοφοβικός
Πόσο Ελληνίδα είσαι;
(Ακολουθεί κείμενο σκέψεων μου) *να ξεκαθαρίσω, για κάποια προκατειλημμένα μυαλά, δεν είναι επίθεση, ούτε συγκεκριμένη αναφορά. Γενικό συμπέρασμα.
Η καταγωγή μου. Είμαι 24 χρονών και σήμερα μπήκε υπό αμφισβήτηση η καταγωγή μου, η ελληνικότητά μου, πόσο Ελληνίδα είμαι ή αν είμαι Ελληνίδα. Αν είμαι Ισπανίδα ή από που είμαι.
Και πόσο Έλληνες είναι οι Έλληνες; Και πόσο μη Έλληνες είναι οι Έλληνες;
Βρίσκομαι σε αυτή τη χώρα περίπου 6 χρόνια, σχεδόν 7, και είμαι ξένη. Ξένη. Όχι αλλοδαπή, αλλά ξένη. Γεννήθηκα στη Μαδρίτη της Ισπανίας, πήγα στο Ιταλικό Σχολείο της Μαδρίτης, οι γονείς μου και η οικογένειά μου είναι από την Ελλάδα (όχι πως μένουν όλοι στην Ελλάδα, αλλά, ποιανού η οικογένεια μένει όλη σε μία μόνη χώρα ή δεν έχει μεταναστάψει ποτέ;).
Τόσα χρόνια γνώρισα Έλληνες, Ισπανούς, Ιταλούς, Γερμανούς, Γάλλους, Αμερικάνους, Αργεντίνους, Βραζιλιάνους, Τούρκους, Σουηδούς, Άγγλους, Ελβετούς, Ρουμάνους, Ρώσους, Κινέζους, Ιάπωνες, Αιγύπτιους, Κύπριους, Αλβανούς, Νορβηγούς, Βέλγους, Ολλανδούς (σκέφτομαι πραγματικά άτομα που συνάντησα από κοντά και συζήτησα και μίλησα, δεν μπορώ καν να αναφέρω τα άτομα που τυχαία μπορεί να βρέθηκα στον ίδιο χώρο γιατί η λίστα θα γινόταν ατελείωτη). Κυριολεκτικά γνώρισα άτομα από πάνω από 20 χώρες, που όμως δεν έμεναν όλοι στις χώρες τους, ή δεν τους συνάντησα μόνο στις χώρες τους.
Ταξίδια, μετανάσευση, μετακινήσεις. Άνθρωποι διαφορετικοί αλλά με τους οποίους αντάλλαξα κουβέντες και έκανα συζητήσεις όλων των ειδών, από φιλοσοφία, μέχρι παραδοσιακό φαγητό.
Σχεδόν 7 χρόνια στην Ελλάδα, ενώ εδώ και 24 νιώθω έστω βαθιά μέσα μου Ελληνίδα, δεν υπήρχε στιγμή να μην με αντιμετώπισαν οι άνθρωποι ως ξένη. Μέχρι και οι κοντινοί μου άνθρωποι, χωρίς να το καταλάβουν, μου μιλούσαν κάπως διαφορετικά. Αλλά δεν είμαι Ελληνίδα, μου λένε, μου είπαν δεν έζησα στην Ελλάδα, δεν γεννήθηκα στην Ελλάδα. Δεν “δικαιούμαι” να είμαι Ελληνίδα μήπως; Δεν μπορώ χωρίς την αποδοχή τους ή την άδειά τους να νιώσω Ελληνίδα;
Σαν ουρανοκατέβατη μιλάνε για εμένα στον τρίτο ενικό, και ας είμαι παρούσα, παρουσιάζομαι και με συστήνουν με το όνομά μου - Μαρία-Νεφέλη- ελληνικό, απ, ό,τι ξέρω, και που για 17 χρόνια πολλοί το μπέρδευαν, αφού ήμουν κυριολεκτικά η μόνη Μαρία-Νεφέλη, αλλά και Νεφέλη, της Ισπανίας (κάποιοι νόμιζαν πως το Νεφέλη ήταν το επίθετό μου, τόσο ξένο).
Και έρχομαι στην Ελλάδα, στην Αθήνα, πολιτισμός. Φιλοξενία. Μεσόγειος. Και είμαι ξένη. Γιατί; Γιατί γεννήθηκα αλλού. Και αυτό είναι βάρος. Ήταν βάρος αρχικά για εμένα, που δεν γνώριζα καλά τη γλώσσα, και ας την ένιωθα δικιά μου, βαθειά, ήταν μέσα μου. Σιγά σιγά έγινε βάρος… για τους άλλους. 6 χρόνια μετά ντρέπομαι, δικαιολογούμαι, ακούω να απαντάω στους ταξιτζίδες πως “ναι, από την Αθήνα είμαι” γιατί, πού να αρχίσω πάλι με την κλασσική δικαιολογητική, απολογητική, διαδικασία του γιατί και πώς γεννήθηκα στη “εξοχική” Μαδρίτη της Ισπανίας. Οι φίλες μου, που με ξέρουν, πλέον με βοηθάνε και απαντούν για εμένα όταν κάποιος νέος στην παρέα με ρωτάει “και από που είσαι;”. Με βοηθούν να απαλλαγώ από το βάρος.
Βάρος όμως. Το οποίο δεν επέλεξα και δεν φταίω. Αλλά γιατί να φταίω; Μέχρι τα 17, ως Ελληνίδα (από κουλτούρα, οικογένεια και συναίσθημα), στη Μαδρίτη γεννημένη στο Ιταλικό σχολείο, δεν το είχα αισθανθεί ποτέ αυτό το βάρος. Ήμουν, ναι, Ελληνίδα γεννημένη στη Μαδρίτη, και ποτέ, μα ποτέ δεν το αισθάνθηκα βάρος.
Αλλά τώρα στην Ελλάδα, οι Έλληνες το κατάφεραν. Κατάφεραν αν μου περάσουν αυτό το βάρος που άλλοι ξένοι, Γάλλοι, Άγγλοι, Γερμανοί, άλλοι “ξένοι”, δεν μ’έκαναν ποτέ να νιώσω. Στην Ελλάδα κατάφεραν να με κάνουν να νιώθω ντροπή, τύψεις που μιλάω ως Ελληνίδα, “ενώ δεν είμαι”. Δεν μου δίνουν το λόγο να εκφραστώ, δεν μου δίνεται το δικαίωμα να μιλήσω για τους Έλληνες, αφού “δεν είμαι Ελληνίδα”. “Είμαι Ισπανίδα” λενε. Πότε και ποιος το αποφάσισε; Πότε αποφάσισαν οι άλλοι πώς και τι νιώθω εγώ, και πώς βλέπω την Ελλάδα;
Πότε ξαφνικά δεν έχω φωνή και δικαίωμα να μιλάω ως Ελληνίδα που, ΝΑΙ, είμαι. Αλλά, συγγνώμη, δεν είμαι ΜΟΝΟ Ελληνίδα. Αλλά είμαι. Και η χώρα μου, η ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΜΟΥ, είναι η Ελλάδα. Και την αγαπώ, και τη μισώ, και την κρίνω και την λατρεύω.
Δεν θα μου πείτε εσείς πώς θα νιώθω και πώς θα πρέπει να είμαι σε σχέση με τη χώρα που νιώθω εγώ πως είναι μέρος μου.
Αν δεν θέλετε να είμαι και εγώ Ελληνίδα δικό σας πρόβλημα, γιατί είμαι. Και σε όποιον αρέσει, και σε όποιον θεωρεί πως όσοι δεν είχαμε την “τύχη” να γεννηθούμε στη “γη των αρχαίων Ελλήνων, του Μέγα Αλεξάνδρου και των φιλοσόφων” (δεν θα επεκταθώ στις γεωγραφικές καταγωγές αυτών των Ελλήνων, που μόνο στην “Ελλάδα” δεν ήταν), δεν δικαιούμαστε να έχουμε λόγο, έχουμε.
Τα ελληνικά μου μπορεί να είναι ατελή, μπορεί να είναι ελλιπή, μπορεί να μην είναι τέλεια, αλλά σας βεβαιώνω, είναι αληθινά, ίσως και πιο αληθινά από τα φτωχά και άσχημα λόγια σας. Τη μαγκιά σας και το υφάκι σας.
Δεν φανταζόμουν να φτάσω στο σημείο να νιώθω άσχημα για την καταγωγή μου, αφού δεν είμαι μετανάστρια μία φτωχής χώρας που “κλέβω δουλειές”, ή έχω άλλο χρώμα δέρματος ή ακολουθώ άλλη θρησκεία. Αλλά όχι. Η ξενοφοβία, άδικα, και χωρίς κανέναν ουσιαστικό λόγο, κυκλοφορεί και μας χτυπά όλους. Και μας διώχνει.
Φέτος φεύγω, νόμιζα πως το ήθελα, αλλά ίσως και να μην θέλω κατά βάθος. Τελικά όμως φαίνεται δεν είναι χώρα για όσους δεν δικαιούνται, δεν έχουν περάσει το “τεστ” “Ελληνικότητας”. Ίσως δεν είναι στιγμή για εμένα σε αυτή τη χώρα. Σε αυτή τη χώρα… μου. Αν μου επιτρέπετε να την νιώσω και δική μου, όσο και να μην θέλετε.
Γιατί λιθαράκι λιθαράκι αυτό το βάρος πόνεσε. Ήταν ώρα να το εκφράσω και εγώ, εδώ.
Η Μαρία-Νεφέλη Πανέτσου, Ελληνίδα, Ισπανίδα και Ιταλίδα στην κουλτούρα και εκπαίδευση. Συγγνώμη, συγγνώμη που δεν πρόκειται να σταματήσω να είμαι περήφανη και χαρούμενη για το ποια είμαι και από που κατάγομαι. Και ας μην ξέρω ούτε εγώ, ούτε κανείς τι είναι τελικά καταγωγή.