Είναι δυνατή, ήρεμη,
η κάθε ψυχή την αναζητά,
μία φύση, μία πνοή
Ανώμαλος ο κόσμος
ξεθωριάζει χάρη στα όμορφα
πολύ όμορφα
σκουπίδια
Μαγικά τα δημιουργεί
μαγικά τα ξεπερνάει
μαγικά δεν φοβάται
μαγικά ξεχνάει
Πάντα μ’ ένα χαμόγελο
αφήνει τα όνειρά του
περπατάει, δεν κοιτάει
από πού ήρθε, προς τα πού πάει
ροκανίζει τη ζωή του
ορίζει τι του φαίνεται σωστό,
υπάρχει και δεν το καταλαβαίνει,
νιώθει άρχοντας μα δεν ξέρει
αν, αν τυχόν υποφέρει.
Ποιος να υποφέρει; Δύσκολη ερώτηση.
Πρώτη απάντηση: εμείς.
Λάθος.
Αγνοούμε και δεν σκεφτόμαστε
δεν την σκεφτόμαστε
υποφέρει.
Πνίγεται, πεθαίνει, ταλαιπωρείται.
Μα πόσο όμορφη!
Τίποτ’ άλλο στο νου μας.
Άδεια τα συναισθήματα,
μόνο εμείς, εγώ, δικό μου.
Ξεχνάει
Φωνάζει - μας
Πόση ομορφιά! Πόση δύναμη μπορεί να προκαλέσει μία τέτοια σκηνή, μία τέτοια διακριτική αλλά γεμάτη θάρρος προσπάθεια. Παπαρούνα και σκουπίδια, η απόλυτη αντίφαση- αισθητικής, μυρωδιάς, αρμονίας, χρωμάτων - . Η πρώτη λέξη που θα μπορούσα να προφέρω θα ήταν… Μόνο μία; Θα ήταν “δύναμη”, “επιβίωση”, “ομορφιά”, “επανάσταση”, “Φύση”, “ελπίδα” και ο συνδυασμός τους θα εξέφραζε κάλλιστα την τρομερή συγκίνηση που θα ένιωθα.
« Μία παπαρούνα καταφέρνει να ξεπροβάλλει ανάμεσα σε ένα σωρό σκουπίδια ». Αυτή θα ήταν ή αληθινή περιγραφή της εικόνας. Δεν είναι συνηθισμένο πια να βλέπουμε τη Φύση γύρω μας να μας θυμίζει την ομορφιά της και όταν φανερώνεται ξαφνικά μπροστά μας μένουμε άναυδοι (όσοι το παρατηρήσαμε και δεν το αγνοούσαμε τελείως). Σήμερα πια μας φαίνεται περίεργο να βλέπουμε την ομορφιά να ξεπροβάλλει φυσικά, χωρίς τη δύναμη και την ενέργεια του ανθρώπου, ανάμεσα στο τιτάνειο έργο αυτού του όντος. Ο άνθρωπος και η φύση - η άσχημη πλευρά του - μια αιώνια πάλη. Στην αρχή ο άνθρωπος βρισκόταν στη Γη προσπαθώντας, όπως το κάθε ζώο, να επιβιώσει στις συνθήκες στις οποίες έτυχε να ζει. Προσπαθώντας, όμως, να επιβιώσει έφτασε στο σημείο να μην υπολογίζει πια τα όρια του σεβασμού και της ισορροπίας. Ο άνθρωπος δεν ανήκει πια στη φύση ή, αν ακόμα δεν είναι έτσι, φαίνεται να είναι ο μοναδικός και σημαντικότερος στόχος του. Όχι επειδή αυτή με κάποιο τρόπο δυσκόλεψε την εγκατάστασή του εδώ, αλλά επειδή αποφάσισε ο ίδιος να την εγκαταλείψει, να απομακρυνθεί από αυτήν, να την υποτάξει. Απ’ ότι μπορώ να φανταστώ θα φοβήθηκε μήπως δεν καταφέρει να αντιμετωπίσει τα εμπόδια και τις δυσκολίες της ύπαρξης του και, αντί να την σεβαστεί ή να αποδεχθεί την αδυναμία του, επέλεξε τον “επαναστατικό” δρόμο της εξολόθρευσης του αντιπάλου ή του πολέμου κατά της “εξουσίας”. Άρχισε έναν πόλεμο, τον οποίο δεν φαίνεται να θέλει να σταματήσει. Η φύση, όμως, σαν καλή μητέρα που όσο και να την παιδεύουν τα παιδιά της εξακολουθεί να τα αγαπάει και να τα νοιάζεται, εξακολουθεί να συντηρεί και να φροντίζει αυτό το κακομαθημένο της παιδί, χωρίς να του στερήσει τίποτα. Μερικές φορές αναγκάστηκε να το μαλώσει ή δεν μπόρεσε να μην αντιδράσει. Χρειάστηκε και η ίδια να εκφράσει το θυμό της. Όχι. Δεν είναι ακριβώς θυμός, αλλά ένα είδος πικρής θλίψης, μία μητρική θλίψη θα μπορούσαμε να πούμε, η οποία, ανακατεμένη με αρκετή και αναπόφευκτη τρυφερότητα, την κάνει να αναρωτιέται αν πρέπει ή δεν πρέπει να μαλώσει αυτό το παιδί.
Ο άνθρωπος όμως δεν το καταλαβαίνει. Δεν παραδέχεται την εγωιστική συμπεριφορά του και βλέπει μόνο τις κακές αντιδράσεις της ταλαιπωρημένης φύσης. Δεν είναι σε θέση, ή απλά δεν θέλει, να δει λίγο πιο μακριά ποια είναι η αιτία αυτών των γεγονότων, που τόσο τον “ενοχλούν”. Λειτουργεί όπως το κάθε άτομο - μικρογραφία όλου του συνόλου - : του είναι πάρα πολύ εύκολο να θυμάται και να βλέπει τα μειονεκτήματα και την αρνητική πλευρά των πραγμάτων αλλά δυσκολεύεται, του είναι σχεδόν αδύνατο, να σκεφτεί και να παρατηρήσει τα προτερήματα και την καλή τους πλευρά.
Θυμάμαι τώρα πώς σε ένα μάθημα θεάτρου, πριν κάποια χρόνια, μας είχαν ζτήσει να κάνουμε μία άσκηση: έπρεπε να εκφράσουμε θυμό και να χρησιμοποιήσουμε όλη την ενέργειά μας, χωρίς να ντρεπόμαστε, για να το δείξουμε από τη σκηνή στο κενό. Όλοι τα καταφέραμε με άριστο τρόπο. Η άσκηση, όμως, είχε και ένα δεύτερο μέρος: έπρεπε να εκφράσουμε με τον ίδιο αληθινό και ειλικρινή τρόπο την αγάπη μας και να τονίσουμε θετικά συναισθήματα προς την ίδια κατεύθυνση και φανταστικό “κοινό”. Δεν μπόρεσε κανείς μας να φωνάξει, ούτε να απελευθερώσει τον εαυτό του για να εκφραστεί - όλοι ντραπήκαμε και ύστερα αδυνατίσαμε να συνεχίσουμε. Ας μην αναφέρω πώς λειτούργησε η ίδια άσκηση έχοντας ένα πραγματικό άτομο μπροστά μας - καταλάβαμε πόσο “αγενείς”, θα μπορούσε έτσι να μας χαρακτηρίσει κάποιος, είμασταν - πόσο μας δυσκόλευε να λέμε και να δείχνουμε ευχάριστα πράγματα προς τον περιβάλλοντα κόσμο μας. Μόνο θλιβερή θα την έλεγα αυτή την αλήθεια. Η ίδια συμπεριφορά, την οποία βλέπουμε συγκεκριμένα σε μία σκηνή ανάμεσα σε κοντινά άτομα, προβάλλεται και εμφανίζεται σε όλη την ανθρωπότητα. Φοβάται - φοβόμαστε - την ομορφιά. Ντρεπόμαστε που μπορεί να υπάρξουν και τέτοια συναισθήματα μέσα μας. Η αιτία; Είναι υπερβολικά δυνατά και μπορούν πολύ εύκολα να μας νικήσουν, να μας κάνουν να χάσουμε τον έλεγχο του εαυτού μας, να ξεπεράσουμε κάποια όρια. Αυτά όμως γιατί τα αποφεύγουμε;
Υπάρχουν πραγματικά; Ή μήπως είναι απλές ψευδαισθήσεις που τις χτίζουμε για να προστατευτούμε από τους κινδύνους;
Όλη αυτή τη συμπεριφορά μόνο ως αποτέλεσμα του εγωισμού μπορούσα να το φανταστώ. Όχι, δεν θα μπορούσα να ισχυριστώ πως γεννιέται με συνειδητό τρόπο από τον άνθρωπο. Ο εγωισμός είναι απλά μία δυσάρεστη εκδοχή του φόβου, της ντροπής που μπορεί να κυριαρχήσει στην ψυχή του ανθρώπου όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με τον υπόλοιπο κόσμο. Ναι, του ανθρώπου και ξαναλέω: του ανθρώπου. Ο εγωισμός, έτσι όπως τον γνωρίζουμε, στη φύση δεν υπάρχει.
Μας τρομάζει η ιδέα να αφήσουμε τη γαλήνη και την ευτυχία των συναισθημάτων να μας κυριαρχήσει και να “καταντήσουμε” όπως η παπαρούνα. Όσο και να μας φαίνεται περίεργο, κατά βάθος νιώθουμε ένα μικρό ενοχλητικό τσίμπημα εξαιτίας της. Αυτή ή επαναστάτρια, που κατάφερε να ξεπεράσει τα όρια και τα εμπόδια των σκουπιδιών μας υπενθυμίζει πώς εμείς δεν μπορέσαμε το κάνουμε. Βρισκόμαστε σε έναν κόσμο όπου δυστυχώς όλα καταλήγουν να είναι σκουπίδια. Σ’ αυτά, χωρίς να το καταλάβουμε, βρεθήκαμε εγκλωβισμένοι - παγιδευμένοι - και γενικά δεν το συνειδητοποιούμε. Δεν ξέρουμε πια πως τα όρια δεν ξεπερνιούνται με το φόβο αλλά με τη δύναμη που γεννιέται ακριβώς από αυτά τα συναισθήματα χαράς, ευτυχίας, ελπίδας. Και να που η παπαρούνα εμφανίζεται μπροστά μας, μας κοιτάει, μας φωνάζει, μας προσελκύει, μας ψιθυρίζει και μας υπνωτίζει. Μήπως δεν έιναι τόσο ενοχλητικό αυτό το τσίμπημα; Μήπως αν του δώσω λίγη σημασία μου ανοίξει καινούριους δρόμους; Μήπως αυτό το τσίμπημα μου λέει πως πρέπει να ξυπνήσω; Η παπαρούνα τα κατάφερε, γιατί εγώ να μην τα καταφέρω;
Παπαρούνες και σκουπίδια σήμερα υπάρχουν παντού, αλλά δύσκολα βρίσκεται μία παπαρούνα να ανθίζει ανάμεσα στα σκουπίδια. Δύσκολο είναι να ξεπροβάλλεις την ομορφιά που υπάρχει μέσα σου όταν γύρω σου τίποτα δεν σε ωθεί ή δεν σε εμπνέει να το κάνεις.
Μόνο όταν καταλαβαίνεις ποια είναι η πραγματική “Φύση” σου και ότι δεν είσαι μέρος των σκουπιδιών μπορείς να ανθίσεις και να ψάξεις το φώς το ήλιου σου. ‘Ετσι και η παπαρούνα δεν θα μπορούσε να παραμείνει σκουπίδι αφού “εκ φύσεως” γεννήθηκε τέτοια. Ακολούθησε λοιπόν τη φύση της και έψαξε τον ήλιο της. Αυτό ακριβώς την έκανε μοναδική και ακαταμάχητη: ξεπέρασε τα ανθρώπινα εμπόδια - τα σκουπίδια - και τώρα, φωτισμένη από την ήλιο, μπορεί και ομορφαίνει τον δικό της κόσμο.
(Και επειδή δεν έχω γράψει ποτέ στα ελληνικά και υπάρχουν παράπονα από παντού, κυρίως από τον εσωτερικό μου κόσμο είπα να ανεβάσω ένα κείμενο-εργασία που έγραψα για μάθημα Γλωσσολογίας της σχολής).