Η ομάδα Nova Melancholia και η Αυτοκράτειρα
«Τα χρόνια της αθωότητας» του Δούκα Καπάνταη απέκτησαν ζωή στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών.
Αυτό το τσάι το καταραμένο, πιπεράτο, ήταν τελικά ό,τι μας χρειαζόταν. Όλοι είχαμε τελικά κάτι να πούμε, κάτι να σχολιάσουμε, εφόσον όσα είδαμε μας βάλανε σε σκέψεις, προς διάφορες και πολύπλευρες κατευθύνσεις. Ήμασταν, βέβαια, προετοιμασμένοι από πριν. Δύσκολο κανείς να μην περίμενε, έστω σε ένα βαθμό, να δει όσα είδε, όπως και όσα άκουσε. Το αποτέλεσμα ήταν σίγουρα θετικό, δεν θέλω ακόμα να επεκταθώ στα επίθετα «ενδιαφέρον», «ιδιαίτερο», «συναρπαστικό», «σοκαριστικό» ή, όπως θα ταίριαζε περισσότερο, και τελικά θα καταλήξω, να ονομαζόταν «πορνογραφικό».
Προσωπικά είχα προσπαθήσει να διαβάσω την Αυτοκράτειρα του Δούκα Καπάνταη, χωρίς, δυστυχώς, την επιτυχία που επιθυμούσα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο θέλησα να δω με ποιον τρόπο άλλα μάτια, άλλα άτομα, άλλοι καλλιτέχνες είχαν ερμηνεύσει και δει αυτό που εγώ δεν μπόρεσα, και επιπρόσθετα να το «ξαναπλάσουν». Το μετέφρασαν, του έδωσαν ένα διαφορετικό στοιχείο, άλλη εκφραστική διάσταση. Αυτή η διάσταση ήταν οπτική, σωματική, ηχητική, κινητική, αλλά, ευτυχώς κυριάρχησε η μη-λεκτική, όπως συμβαίνει και στην πορνογραφία. Βέβαια εδώ μιλάμε για μία πορνογραφία γεννημένη από το γραπτό λόγο, από τις λέξεις και ύστερα παρουσιασμένη σε μία σκηνή, απτά και φανερά, για την απόλαυσή μας.
Η φαντασία -φαντασίωση, είχε τον προταρχικό ρόλο. Δεν χρειάστηκε να δούμε μπροστά μας γυμνά ό,τι εμπλούτιζε τις σκέψεις μας, αλλά η δύναμη των λέξεων ήταν από μόνη της ήδη πορνογραφική. Έτσι, στο διάλογο των ματιών του γιου και του σώματος της σημαδεμένης πουτάνας μία ολόκληρη προκατειλημμένη κοινωνία διαλυόταν, όπως και όσα έχουν συνηθίσει τα μάτια μας ή οι σκέψεις μας να αντιλαμβάνονται καθημερινά. Κάποιες κινήσεις μας προκαλούσαν γέλιο όταν παρέπεμπαν σε συγκεκριμένα υπονοούμενα, ενώ όταν μας εμφανίζονταν ωμά, δεν μας έβγαινε ούτε ένα χαμόγελο, ή έστω μόνο ένα, πικρό; Οι γνωστές ερωτικές και συναισθηματικές σκηνές μας ήταν οι αστείες, ενώ οι πορνογραφικές ήταν τελικά οι σοβαρές. Ήταν δύσκολο να βρούμε τι έπρεπε να σκεφτούμε, τι να κρίνουμε ή όχι.
Το μυαλό εντός της κοινωνίας έχει συνηθίσει σε κανόνες και περιορισμούς, εδώ όμως βρέθηκε ένα παράθυρο, όπου μας επιτράπηκε να βγούμε από τα δεδομένα και να μπορέσουμε να αμφισβητήσουμε τους κοινούς συλλογισμούς μας. Όλοι πρόσεχαν και έμπαιναν στον κόσμο αυτό του δωματίου, των αναστεναγμών και των αρρωστημένων. Οι καλλιτέχνες (συγγραφέας και ηθοποιοί) κατάφεραν να μας δείξουν την ύπαρξη ενός άλλου χώρου, μίας άλλης αλήθειας, όπου πράγματα ασυνήθιστα αν και όχι ανεπιθύμητα, όχι απλά υπάρχουν, αλλά ποθούνται και από τους ίδιους τους χαρακτήρες, και από τους θεατές που. Αυτοί βέβαια σιωπηλά και έμμεσα, παρακολουθούν και απολαμβάνουν όσα γίνονται και δέχονται όσες προκλήσεις καλέστηκαν να ακούσουν.
Κατά τη διάρκεια της παράστασης μία απροσδιόριστη γραμμή προσπάθησε να περιορίσει τα συμπεράσματά μας, αλλά ξέφυγαν λόγω του περιεχομένου του έργου. Έγινε δύσκολο να οριοθετήσει κανείς το σωστό, το λάθος, τα άκρα της πραγματικότητάς μας, η οποία, στο επίπεδο της παράστασης και συγγραφής, μετατράπηκε σε άλλη, ξένη, διαφορετική, αλλά και πιο ενδιαφέρουσα. Θα έλεγε κανείς λογικά πως αυτή η πραγματικότητα δεν υπάρχει, αλλά, εφόσον αυτή είναι δυνατόν να εκφραστεί, έστω με καλλιτεχνικά μέσα, σημαίνει πως υπάρχει και αντιλαμβάνεται από άλλα άτομα. Παιχνίδι, τελικά όλο είναι ένα παιχνίδι. Μέσα στο έργο αλλαξαν τα δεδομένα και ό,τι ίσχυε στην αληθινή πραγματικότητα, εντός του κόσμου της θεατρικής και συγγραφικής έκφρασης, έχασε την αξία του. Επίσης ό,τι δεν επιτρεπόταν να ζει ανάμεσά μας, απέκτησε ζωή εντός της καλλιτεχνικής παρένθεσης, δίνοντάς του μία ανάσα. Υπήρξε. Ο τρόπος με τον οποίο έγιναν φανερά τόσα διαφορετικά στοιχεία των σεξουαλικών προτιμήσεων και γενικότερα αποφάσεων του ανθρώπου, ήταν μεν σκληρός, αλλά και ξεκάθαρος. Δεν άφησαν χώρο σε αμφισβητήσεις, πράγμα που βοήθησε στην αποδοχή αυτών των, ξένων στην κοινωνία μας, επιθυμιών και σχέσεων.
Ήμασταν, λοιπόν, και εμείς εκεί, στην αίθουσα αλλά και στον κόσμο τον «ιδιαίτερο», όπου σώματα, αίματα και αρώματα πήραν μορφή παράστασης. Δυστυχώς, όπως κάθε υπερβολική προσπάθεια στην απόδοση και μετάδοση διαφόρων επιπέδων και μέσων, κατέληξαν κάποια κομμάτια να μην έχουν το λόγο να βρίσκονται στη σύνθεση. Δεν μιλάω για τα χαρακτηριστικά του κόσμου που μας παρουσίασαν, αλλά για τον δικό μας, τον κόσμο του θεάτρου και της σκηνής, που είχαμε μπροστά μας. Ήταν ήδη αρκετά πλούσιο από ήχους, εικόνες, φαντασία, σκέψεις και σιωπές. Γι’ αυτό και ίσως, λέω ίσως, ύστερα από τέτοιο παιχνίδι επιπέδων και κανόνων, δεν χρειαζόταν το αντίστοιχο παιχνίδι μεταξύ της σωματικο-οπτικής πλευράς και της μουσικο-ηχητικής. Ήταν μεν ενδιαφέρον το πείραμα που έγινε στα πάντα, αλλά πιστεύω δε πως χρειαζόταν μία άγκυρα, έστω για στήριγμα, έστω για ανάσα, στο μουσικό κομμάτι, για τα αφτιά μας. Όσο και να κατάφερε το έργο να μας βγάλει για λίγο από το συμβατικό, εξακολουθούμε να ζούμε σε έναν κόσμο με κάποιες σταθερές αξίες που μας βοηθούν να επιβιώσουμε, όσο και αν μπορεί να διαφωνούμε με αυτές. Γι’ αυτό, ενώ καταφέραμε να εισέλθουμε καλά στον καινούργιο χώρο και στα διάφορα επίπεδά του, ο τελικός μουσικός διάλογος μ’ έκανε να χάσω τον ειρμό και το την κατάληξη της παράστασης. Όσο αόριστα μπήκε η τελική μουσική, τόσο αόριστα τελείωσε τελικά και η παράσταση που τόσο δυναμικά είχε εξελιχθεί.
Από τη στιγμή που θέλησα, προσπάθησα και κατάφερα να γράψω μία εντύπωση και αρκετά περίπλοκη αίσθηση που μου έμεινε από αυτή την εμπειρία, σίγουρα μπορώ να πω πως άξιζε και σίγουρα θα ξαναπροσπαθήσω, τώρα πλέον με διαφορετική εμπειρία, να διαβάσω το έργο του Δούκα Καπάνταη. Όποιος έτυχε να βρεθεί στην αίθουσα των αρματολών όπως βρέθηκα και εγώ είμαι σίγουρη πως καταλαβαίνει σε τι αναφέρομαι με τα παραπάνω.
Links:
Παράστση
Nova Melancholia
Μπορείτε να βρείτε την Αυτοκράτειρα του Δούκα Καπάνταη των εκδόσεων Νεφέλη στα βιβλιοπωλεία.